Η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, κατά την τελευταία 20ετία, διατηρήθηκε σημαντικά χαμηλότερα από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρά την άνοδό της συνολικής επιβάρυνσης από το 32% του ΑΕΠ στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στο 37% περίπου (κατά μέσο όρο) στα τέλη της δεκαετίας του 2010, η συνολική επιβάρυνση στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι κάτω από το μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης, ο οποίος βρίσκεται κοντά στο 41% του ΑΕΠ.
Το δεύτερο κύριο χαρακτηριστικό της φορολογίας στην Ελλάδα, σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης είναι η μεγάλη συμμετοχή των έμμεσων φόρων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων και της μικρής συμμετοχής των άμεσων φόρων.
Από την άλλη πλευρά, το μεγάλο μέγεθος του δημόσιου τομέα και η χαμηλή αποτελεσματικότητα των δαπανών της δημόσιας διοίκησης και η απουσία θεσμοθετημένου κρατικού ή κοινοβουλευτικού ελέγχου, ή ακόμη και κοινωνικού ελέγχου επί των κρατικών δαπανών, καλλιέργησαν τη νοοτροπία της λειτουργίας του Κράτους μέσα σε ένα περιβάλλον, διαρκών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, τα οποία σταδιακά οδήγησαν στην αύξηση του δημόσιου χρέους και τέλος -μετά από τη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση της περίοδου 2007 - 2009- στην “έκρηξή” του και στην πρόκληση της σημερινής δυσμενέστατης κατάστασης.
Πέραν από την πολιτική οπτική της σημερινής κατάστασης και τις οποιεσδήποτε πολιτικές ευθύνες, τα αίτια για τη δραματική αύξηση του χρέους, είναι:
α) η ανισορροπία, η ανεπάρκεια και η αδικία του σημερινού φορολογικού συστήματος
β) το μεγάλο μέγεθος του δημόσιου τομέα
γ) η απουσία θεσμοθετημένων ή μη, μορφών ελέγχου των δημοσιονομικών δαπανών
δ) η κακή λειτουργία του πολιτικού συστήματος.
Το φορολογικό σύστημα μίας χώρας δε μπορεί να είναι σταθερό μέσα στη διάρκεια του χρόνου. Θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με:
α) τη φάση ανάπτυξης και την οικονομική συγκυρία της χώρας
β) τις εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον
γ) τους στόχους της οικονομικής πολιτικής.
Η οικονομική πολιτική κατά τη διάρκεια των τελευταίων 18 μηνών, στη χώρα μας, υπήρξε αναποτελεσματική και αποτυχημένη.
Φταίει άραγε το Μνημόνιο και οι όροι τους οποίους περιείχε για την αποτυχία αυτή, ή φταίει η αδυναμία της Κυβέρνησης να εφαρμόσει τους όρους αυτούς; Κατά τα φαινόμενα, ευθύνονται και τα δύο.
Το Μνημόνιο περιείχε μία σειρά μέτρων τα οποία θα οδηγούσαν στην περικοπή δημοσίων δαπανών και αύξηση των εσόδων (με στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος), ενώ παράλληλα θα προκαλούνταν μία “τεχνητή ύφεση” και πτώση των τιμών (εσωτερική υποτίμηση), με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας.
Η οικονομική πολιτική απέτυχε επειδή η Κυβέρνηση απέτυχε να περικόψει τις κρατικές δαπάνες, απέτυχε να πραγματοποιήσει δομικές αλλαγές στη λειτουργία της οικονομίας και κυρίως, απέτυχε στη μείωση της φοροδιαφυγής. Έτσι, η μη επίτευξη δομικών μεταβολών και η διατήρηση των δυσλειτουργιών της δημόσιας διοίκησης, απέτρεψαν τις επενδύσεις και την παραγωγική προσπάθεια, με αποτέλεσμα η ύφεση που προκλήθηκε να είναι μεγαλύτερη της αναμενόμενης, ενώ τα ελλείμματα του δημόσιου τομέα παρέμειναν εξαιρετικά υψηλά.
Σήμερα, μέσα από το “μακροπρόθεσμο” πρόγραμμα που θα έλθει για ψήφιση στη Βουλή κατά τις επόμενες μέρες, επιχειρείται μία ακόμη “βίαιη” περικοπή κρατικών δαπανών, αλλά και μία ακόμη -πρωτοφανών διαστάσεων- φορολογική επιδρομή.
Αντιλαμβανόμαστε τις πιέσεις που υφίσταται ο Υπουργός των Οικονομικών για την ταχύτατη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και την επίτευξη του στόχου του 7,5% του ΑΕΠ κατά το 2011. Όμως, η διατήρηση λανθασμένων επιλογών φορολογικής πολιτικής, δε μπορεί να διαιωνίζεται.
Η Κυβέρνηση θα πρέπει, κατ’ αρχάς να προσπαθήσει να πετύχει τους στόχους της δημοσιονομικής πολιτικής για το 2011 και παράλληλα να δεσμευθεί ότι, από το επόμενο έτος, θα βάλει τις βάσεις για ένα σταθερό και κυρίως δίκαιο φορολογικό σύστημα. Η υλοποίηση του οποίου θα πρέπει -οπωσδήποτε- να αρχίσει εντός του 2012.
