Το χαρακτηριστικό των κοσμημάτων που αναγνωρίζονται ως είδος τέχνης είναι ότι δεν περιορίζονται κατασκευαστικά μόνο στη χρήση πολύτιμων μετάλλων και λίθων.
Ο Rene Lalique ήταν αυτός που στα τέλη του 19ου αι. ανέτρεψε τα μέχρι τότε δεδομένα για τον σχεδιασμό των κοσμημάτων, συνδυάζοντας την φαντασία με την δεξιοτεχνία της χρήσης πολύτιμων υλικών.
Ήταν αυτός που πρώτος πειραματίστηκε με βιομηχανικές τεχνικές και εισήγαγε το πλαστικό και το γυαλί στην κατασκευαστική διαδικασία ενός κοσμήματος.
Το κόσμημα έχει αρχίσει πλέον να αντιμετωπίζεται ως είδος τέχνης, εισάγοντας συνεχώς περισσότερα καινούργια υλικά. Καλλιτέχνες όπως ο Robert Lee Morris δημιουργούν το κίνημα της τέχνης του κοσμήματος το οποίο αποκτά ολοένα και περισσότερους υποστηρικτές.
Στις ΗΠΑ ήδη από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου πολέμου, κοσμήματα – έργα τέχνης φιλοξενούνται σε γνωστά μουσεία της χώρας όπως τα : Museum of Modern Art στη Νέα Υόρκη, Walker Art Center στη Μιννεάπολη, Museum of Arts and Design κ.α.
Παρ’ όλα αυτά το κοινό που υποστηρίζει το κόσμημα ως τέχνη είναι περιορισμένο και πρόκειται κυρίως για συλλέκτες και μουσεία.
Τα πράγματα όμως αλλάζουν τη δεκαετία του ’60 και του ’70.
Η Γερμανία είναι αυτή που υποστηρίζει έμπρακτα το κόσμημα ως μορφή τέχνης, δημιουργώντας μια καινούργια αγορά στο χώρο του κοσμήματος. Οι σχεδιαστές συνδυάζουν τις τεχνικές της παραδοσιακής μεταλλοτεχνίας με τον σύγχρονο σχεδιασμό.
Εκείνη την περίοδο εισάγονται κι άλλα υλικά όπως το ναϋλον, το ακρυλικό κ.α. ωθώντας πλέον τους σχεδιαστές κοσμήματος να αναπτύξουν ιδιαίτερες τεχνικές για να προσαρμόσουν τα καινούργια υλικά στην παραδοσιακή μεταλλοτεχνία.
Έχει ήδη ξεκινήσει μια καινούργια περίοδος για το κόσμημα η οποία εξελίσσεται συνεχώς.
